Παιδοορθοπαιδική Ογκολογία Iωάννης Δελνιώτης Θεσσαλονίκη

Παιδοορθοπαιδική Ογκολογία

Πόσο συχνή είναι η παρουσία οστικών όγκων στην παιδική ηλικία;

Οι οστικοί όγκοι δεν είναι συχνοί και η κακοήθης μορφή αυτών αποτελεί περίπου το 1% όλων των κακοήθων όγκων. Συγκριτικά όμως με τους ενήλικες, εμφανίζουν μεγαλύτερη επίπτωση στην παιδική ηλικία.

Η συντριπτική πλειοψηφία των οστικών όγκων που θα εμφανιστούν στην παιδική ηλικία είναι καλοήθεις οστικοί όγκοι.

Παιδοορθοπαιδική Ογκολογία, συμπτώματα των οστικών όγκων

Τα περισσότερα συμπτώματα των οστικών όγκων στην Παιδοορθοπαιδική Ογκολογία είναι μη ειδικά (γι΄αυτό και πολλές φορές καθυστερεί η διάγνωση). Τα κυριότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

Οστικοί όγκοι και Απεικονιστικός έλεγχος

Αν και αναλόγως την περίπτωση μπορεί να απαιτηθούν αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία, σπινθηρογράφημα έως και βιοψία, ο ακτινολογικός έλεγχος αποτελεί ίσως την σημαντικότερη εξέταση στη διερεύνηση ενός οστικού όγκου.

Στον ακτινολογικό έλεγχο θα εκτιμηθούν διάφοροι παράγοντες (ο χαρακτήρας της βλάβης, η αντίδραση του οστού, η περιοστική αντίδραση κ.α.). Το πιο σημαντικό είναι ότι στην παιδική ηλικία, οι περισσότεροι όγκοι εμφανίζουν τυπική εμφάνιση σε συγκεκριμένες περιοχές του οστού. Ένα  „έμπειρο μάτι“ δηλαδή θα μπορέσει ακόμη και με μια ακτινογραφία, σε μεγάλο ποσοστό, να καταλάβει για ποιον οστικό όγκο πρόκειται. Για παράδειγμα:

Ποιοι είναι οι πιο συχνοί οστικοί όγκοι που θα συναντήσουμε στον παιδιατρικό πληθυσμό;

Α) Εξόστωση – Οστεογχόνδρωμα

Η γνωστή σε πολλούς εξόστωση εντοπίζεται στην μετάφυση των μακρών οστών και η κατεύθυνση της είναι προς την διάφυση του οστού. Εντοπιζονται συνήθως σε ηλικίες >8 ετών με μία αναλογία αγόρια/κορίτσια=2/1.

Η κορυφή των όγκων αυτών (η „μύτη“ δηλαδή) καλύπτεται από ένα στρώμα χόνδρου το οποίο είναι και ενδεικτικό πιθανής κακοήθειας. Αυτό το στρώμα χόνδρου μπορεί να μετρηθεί με μαγνητική τομογραφία για να εκτιμηθεί ο κίνδυνος και να αποφασιστεί μία χειρουργική αφαίρεση.

Οι εξοστώσεις σπάνια εμφανίζουν κάποια κακοήθη εξαλλαγή (εφόσον είναι μονήρεις και όχι πολλαπλές) και συνήθως παρακολουθούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Ενδείξεις χειρουργικής αφαίρεσης αποτελούν:

Β) Μη οστεοποιούμενο ίνωμα

Το μη οστεοποιούμενο ίνωμα αποτελεί ίσως την πιο συχνή οστική „αλλοίωση“ και μπορεί να εμφανιστεί σε ποσοστό 20-30% των παιδιών σε ηλικία από 4-10 ετών. Εντοπίζεται πολύ συχνά στις μεταφύσεις των οστών, πέριξ του γόνατος (μηριαίο και κνήμη), κατευθύνεται κατά την διάρκεια της ανάπτυξης προς την διάφυση μέχρι που το διαδέχεται το φυσιολογικό οστό.

Το μη οστεοποιούμενο ίνωμα, συνήθως δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα και ανακαλύπτεται τυχαία μετά από ακτινογραφία που γίνεται στην περιοχή για άλλο λόγο. Εντοπίζεται σχεδόν πάντα έκκεντρα και όχι κεντρικά.

Η αντιμετώπιση είναι συνήθως η παρακολούθηση ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς μετά το πέρας της σκελετικής ανάπτυξης εξαφανίζεται. Ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης αποτελεί κάποιο μη οστεοποιούμενο ίνωμα που είναι μεγάλο σε μέγεθος (> 50% της διαμέτρου του οστού) οπότε υπάρχει και ο κίνδυνος παθολογικού κατάγματος. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει απόξεση της βλάβης, πλήρωση της κοιλότητας με οστικά μοσχεύματα και πιθανόν σταθεροποίηση με υλικά οστεοσύνθεσης.

Γ) Μονήρης οστική κύστη

Αποτελεί την τρίτη πιο συχνά εμφανιζόμενη οστική αλλοίωση και εμφανίζεται συχνότερα στα αγόρια. Κατά συντριπτική πλειοψηφία εντοπίζεται στις ηλικίες 5-15 ετών.

Οι μισές σχεδόν μονήρεις οστικές κύστες (50%) εντοπίζονται στο άνω τριτημόριο του βραχιονίου οστού ενώ ένα μεγάλο ποσοστό (25%) στο άνω τριτημόριο του μηριαίου οστού. Η μονήρης οστική κύστη χωρίζεται σε:

Σχεδόν πάντα η διάγνωση γίνεται όταν μετά από κάποιον (μικρο)τραυματισμό εμφανιστεί πόνος στην περιοχή. Η ακτινογραφία σε αυτήν την περίπτωση θα μας δείξει πιθανό κάταγμα του οστού και την παρουσία της οστικής κύστης. Το κάταγμα δηλαδή συνέβη λόγω της ύπαρξης της κύστης (η οποία τοπικά αποδυνάμωσε το οστό και με έναν τραυματισμό σημειώθηκε κάταγμα του οστού).

Η θεραπεία θα εξαρτηθεί από την εντόπιση της κύστης, το μέγεθος αυτής, την πιθανή ύπαρξη κάποιου κατάγματος και την πιθανή συμπτωματολογία και ηλικία του παιδιού.

Η προσέγγιση είναι διαφορετική αν η κύστη βρίσκεται στο βραχιόνιο οστό ή αν η κύστη βρίσκεται στο μηριαίο οστό. Αυτό συμβαίνει γιατί το μηριαίο οστό ανήκει στα κάτω άκρα και „σηκώνει“ αρκετό βάρος καθώς περπατάμε.

Η αντιμετώπιση ανάλογα και με τους παράγοντες που αναφέραμε πιο πάνω μπορεί να περιλαμβάνει:

Οι οστικοί όγκοι που αφορούν τον παιδιατρικό πληθυσμό και οι υπηρεσίες μας αναφέρονται παρακάτω: